«Κρατά σωστά το μολύβι;», «μπορεί να συγκεντρωθεί;», «έχει καλή ισορροπία;», «τα καταφέρνει με τις λεπτές κινήσεις;»

Αυτές είναι κάποιες από τις ερωτήσεις που συχνά απασχολούν τους γονείς. Και είναι απόλυτα λογικό: κάθε γονιός θέλει να γνωρίζει τι μπορεί να κάνει το παιδί του και σε ποιους τομείς χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη.

Στην εργοθεραπεία, όμως, δεν μας ενδιαφέρει μόνο αν το παιδί έχει κατακτήσει μια μεμονωμένη ικανότητα. Μας ενδιαφέρει κυρίως πώς χρησιμοποιεί τις ικανότητές του στην καθημερινή του ζωή.

Μπορεί να ντυθεί; Να φάει μόνο του; Να συμμετέχει στο μάθημα; Να παίξει με άλλα παιδιά; Να ακολουθήσει τις καθημερινές του ρουτίνες με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία;

Μπορεί το παιδί να συμμετέχει στα έργα που είναι σημαντικά για το ίδιο και την οικογένειά του;

 

Τι σημαίνει «έργο» στην εργοθεραπεία;

Όταν ακούμε τη λέξη «έργο», μπορεί αρχικά να σκεφτούμε την εργασία ή κάτι που πρέπει να ολοκληρωθεί. Στην εργοθεραπεία, όμως, ο όρος έχει διαφορετική και πολύ ευρύτερη σημασία.

Έργο είναι κάθε καθημερινή δραστηριότητα που έχει σκοπό και νόημα για το παιδί:

·  να ντυθεί και να κουμπώσει τη ζακέτα του,

·  να χρησιμοποιήσει το πιρούνι ή το κουτάλι,

·  να γράψει και να οργανώσει τα πράγματά του στο σχολείο,

·  να παίξει με τα παιχνίδια που του αρέσουν,

·  να συμμετέχει σε μια ομαδική δραστηριότητα,

·  να ακολουθήσει την πρωινή ή τη βραδινή του ρουτίνα.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Ομοσπονδία Εργοθεραπευτών, η εργοθεραπεία υποστηρίζει τη συμμετοχή των ανθρώπων στα έργα που θέλουν, χρειάζονται ή αναμένεται να κάνουν (WFOT, 2025).

Για ένα παιδί, λοιπόν, έργο είναι ουσιαστικά η ίδια του η καθημερινότητα: το παιχνίδι, το σχολείο, η αυτοεξυπηρέτηση, οι σχέσεις και η συμμετοχή του στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή.

 Από τις επιμέρους ικανότητες στο καθημερινό έργο

Για να ολοκληρώσει ένα παιδί ένα καθημερινό έργο, χρειάζεται να συνδυάσει πολλές διαφορετικές ικανότητες.

Στην επιστημονική ορολογία της εργοθεραπείας διακρίνουμε τις σωματικές λειτουργίες, όπως η μυϊκή δύναμη, η προσοχή και ο συντονισμός, από τις δεξιότητες εκτέλεσης, δηλαδή τις παρατηρήσιμες ενέργειες του παιδιού την ώρα που πραγματοποιεί μια δραστηριότητα. Οι δεξιότητες εκτέλεσης διακρίνονται σε κινητικές, διαδικαστικές και δεξιότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης (AOTA, 2020).

Για παράδειγμα, άλλο είναι η δύναμη που διαθέτει το παιδί και άλλο ο τρόπος με τον οποίο πιάνει και χειρίζεται ένα κουμπί την ώρα που ντύνεται.

Για τον γονιό, όμως, το σημαντικό είναι κάτι πιο απλό: η βελτίωση μιας επιμέρους ικανότητας μέσα στη θεραπεία δεν σημαίνει πάντοτε ότι το παιδί μπορεί να τη χρησιμοποιήσει και στην καθημερινότητά του.

Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να περνά με επιτυχία χάντρες σε ένα κορδόνι, αλλά να συνεχίζει να δυσκολεύεται να κουμπώσει το παντελόνι του. Το πέρασμα της χάντρας μπορεί να εξασκεί χρήσιμες σωματικές λειτουργίες. Το κούμπωμα, όμως, είναι το πραγματικό έργο που επηρεάζει την αυτονομία του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δραστηριότητες που εξασκούν σωματικές λειτουργίες δεν έχουν αξία. Σημαίνει ότι χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιον καθημερινό στόχο υπηρετούν.

Bottom-up και top-down: Δύο διαφορετικές αφετηρίες

Στη βιβλιογραφία της εργοθεραπείας, οι διαφορετικές αφετηρίες της αξιολόγησης και της παρέμβασης περιγράφονται συχνά μέσα από τις προσεγγίσεις bottom-up και top-down (Weinstock-Zlotnick & Hinojosa, 2004).

Bottom-up προσέγγιση: Ξεκινώντας από τις επιμέρους λειτουργίες
Στην προσέγγιση bottom-up, δηλαδή «από κάτω προς τα πάνω», ο εργοθεραπευτής ξεκινά εξετάζοντας επιμέρους λειτουργίες και ικανότητες του παιδιού, όπως η μυϊκή δύναμη, ο κινητικός συντονισμός ή η οπτική αντίληψη. Στη συνέχεια διερευνά πώς αυτές μπορεί να επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητά του.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα ένα παιδί που δυσκολεύεται στη γραφή. Μια bottom-up προσέγγιση μπορεί να εστιάσει στη δύναμη του χεριού, στην κινητικότητα των δακτύλων ή στον συντονισμό ματιού και χεριού.

Οι παράγοντες αυτοί μπορεί πράγματι να είναι σημαντικοί. Ωστόσο, η βελτίωσή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί θα μπορέσει αυτομάτως να γράφει πιο εύκολα μέσα στην τάξη.

Για να κατανοήσουμε συνολικά τη δυσκολία, χρειάζεται να εξετάσουμε και την ίδια τη γραπτή εργασία: Κουράζεται; Προλαβαίνει να αντιγράψει; Μπορεί να οργανώσει το τετράδιο και τα υπόλοιπα υλικά του; Κατανοεί την οδηγία; Είναι κατάλληλο το μολύβι, το θρανίο και ο διαθέσιμος χρόνος;

Top-down προσέγγιση: Ξεκινώντας από την καθημερινότητα του παιδιού
Στην προσέγγιση top-down, δηλαδή «από πάνω προς τα κάτω», ξεκινάμε από το ίδιο το παιδί και την καθημερινή δραστηριότητα στην οποία δυσκολεύεται.

·  Τι δυσκολεύει το παιδί στην καθημερινότητά του;

·  Τι είναι σημαντικό για το ίδιο και την οικογένειά του;

·  Πότε και πού εμφανίζεται η δυσκολία;

·  Τι μπορεί ήδη να κάνει καλά;

·  Τι φαίνεται να περιορίζει την αυτονομία ή τη συμμετοχή του;

Στη συνέχεια παρατηρούμε το παιδί κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης δραστηριότητας και αναζητούμε τι ακριβώς το δυσκολεύει. Εξετάζουμε τις απαιτήσεις του έργου, τις δεξιότητες εκτέλεσης, τις σωματικές λειτουργίες και το περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιείται η δραστηριότητα.

Στο παράδειγμα της γραφής, δεν κοιτάζουμε μόνο την κινητικότητα των δαχτλύλων. Παρατηρούμε πώς ανταποκρίνεται το παιδί σε μια πραγματική ή όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτική σχολική εργασία. Έπειτα επιλέγουμε τις παρεμβάσεις που ταιριάζουν στις δικές του ανάγκες.

 Τι υποστηρίζει σήμερα η βιβλιογραφία;

Η σύγχρονη εργοθεραπεία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα πραγματικά έργα, στη λειτουργικότητα και στη συμμετοχή του παιδιού. Η αξιολόγηση ξεκινά από την καθημερινότητά του, τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις προτεραιότητες τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του (AOTA, 2020).

Η επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει ιδιαίτερα τις ενεργητικές παρεμβάσεις που βασίζονται σε λειτουργικούς στόχους και σε δραστηριότητες σχετικές με την πραγματική ζωή. Η συστηματική ανασκόπηση των Novak και Honan ανέδειξε μια γενικότερη τάση υπέρ των top-down παρεμβάσεων όταν ο στόχος είναι η βελτίωση της λειτουργικότητας του παιδιού. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της εξάσκησης πραγματικών δραστηριοτήτων, της ενεργητικής συμμετοχής, των επαναλήψεων και της επίλυσης προβλημάτων (Novak & Honan, 2019).

Αντίστοιχα, άλλη συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι η συμμετοχή σε έργα και δραστηριότητες, η εξάσκηση σε διαφορετικά περιβάλλοντα και η κατάλληλη καθοδήγηση μπορούν να βελτιώσουν την επίδοση των παιδιών σε δραστηριότητες καθημερινής ζωής (Laverdure & Beisbier, 2021).

Αυτό δεν σημαίνει ότι η bottom-up προσέγγιση ή η παρέμβαση σε επιμέρους σωματικές λειτουργίες δεν έχουν θέση στη σύγχρονη εργοθεραπεία. Μπορούν να αποτελούν χρήσιμο μέρος της παρέμβασης, όταν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού, υποστηρίζονται από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και συνδέονται ξεκάθαρα με έναν λειτουργικό στόχο.

Οι δύο προσεγγίσεις, επομένως, δεν χρειάζεται να παρουσιάζονται ως απόλυτα αντίθετες. Η σύγχρονη κατεύθυνση της εργοθεραπείας είναι να ξεκινάμε από αυτό που θέλει ή χρειάζεται να κάνει το παιδί και στη συνέχεια να εξετάζουμε τι χρειάζεται να υποστηριχθεί για να το καταφέρει.

 Πώς φαίνεται αυτό στην πράξη;

Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί δυσκολεύεται την ώρα του φαγητού στο σχολείο.

Ένας γενικός στόχος, όπως «να βελτιώσει τη λεπτή του κινητικότητα», δεν μας δείχνει με σαφήνεια πώς θα αλλάξει η καθημερινότητά του.

Ένας πιο λειτουργικός στόχος θα μπορούσε να είναι:

«Το παιδί να μπορεί να ανοίγει το δοχείο του φαγητού και να τρώει πιο αυτόνομα στο σχολείο».

Για να το καταφέρει αυτό θα μπορούσε:

·  να εξασκηθεί στο άνοιγμα του ίδιου του δοχείου,

·  να ενισχύσει συγκεκριμένες σωματικές λειτουργίες ή δεξιότητες εκτέλεσης,

·  να μάθει έναν ευκολότερο τρόπο ανοίγματος,

·  ή να χρησιμοποιήσει ένα διαφορετικό, πιο εύχρηστο σκεύος.

Η παρέμβαση, επομένως, δεν προσπαθεί μόνο να αλλάξει το παιδί. Μπορεί να προσαρμόσει τη δραστηριότητα, τα αντικείμενα ή το περιβάλλον, ώστε το παιδί να συμμετέχει με μεγαλύτερη επιτυχία.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς «να μπορεί», αλλά «να συμμετέχει»

Η εργοθεραπεία δεν περιορίζεται στην εκτέλεση ασκήσεων ή στη βελτίωση μεμονωμένων σωματικών λειτουργιών. Στόχος της είναι να βοηθήσει το παιδί να συμμετέχει με μεγαλύτερη αυτονομία, επιτυχία και ικανοποίηση στην καθημερινή του ζωή.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να δουλεύουμε το έργο ή τη δεξιότητα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

Ποιο έργο είναι σημαντικό για το παιδί και τι χρειάζεται να υποστηρίξουμε, ώστε να μπορέσει να συμμετέχει σε αυτό; 

Μαίρη Μελαμπιανάκη

Εργοθεραπεύτρια SI, NDT

ΑΤΕΙ Αθηνών

Επιστημονικά Υπεύθυνη, Αρωγή

 

Βιβλιογραφία
American Occupational Therapy Association. (2020). Occupational therapy practice framework: Domain and process—Fourth edition. American Journal of Occupational Therapy, 74(Suppl. 2), 7412410010. https://doi.org/10.5014/ajot.2020.74S2001

Laverdure, P., & Beisbier, S. (2021). Occupation- and activity-based interventions to improve performance of activities of daily living, play, and leisure for children and youth ages 5 to 21: A systematic review. American Journal of Occupational Therapy, 75(1), 7501205050. https://doi.org/10.5014/ajot.2021.039560

Novak, I., & Honan, I. (2019). Effectiveness of paediatric occupational therapy for children with disabilities: A systematic review. Australian Occupational Therapy Journal, 66(3), 258–273. https://doi.org/10.1111/1440-1630.12573

Weinstock-Zlotnick, G., & Hinojosa, J. (2004). Bottom-up or top-down evaluation: Is one better than the other? American Journal of Occupational Therapy, 58(5), 594–599. https://doi.org/10.5014/ajot.58.5.594

World Federation of Occupational Therapists. (2025). About occupational therapy. https://wfot.org/about/about-occupational-therapy